ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ Α’


Στις 29 Μαΐου συμπληρώνεται ένας ακόμη χρόνος από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς (29/5/1453), ιστορικό γεγονός εξαιρετικά σημαντικό, που στις χώρες της Δύσης περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Και όμως η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι γεγονός μοναδικής σημασίας, αφού άλλαξε ριζικά τον ρου της ιστορίας των κρατών που την απάρτιζαν, μετατρέποντας τα περισσότερα εξ αυτών σε μουσουλμανικά, αλλά και των ευρωπαϊκών κρατών της Δύσης, αφού η μετανάστευση των επιφανέστερων βυζαντινών κυρίως στην Ιταλία λειτούργησε ως καταλύτης για την ευρωπαϊκή Αναγέννηση.

Ορισμένοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι αν έφθανε έγκαιρα τους πρώτους μήνες του μοιραίου αυτού χρόνου η βοήθεια που είχε υποσχεθεί ο Πάπας, η Κωνσταντινούπολη θα άντεχε στην πολιορκία και θα άλλαζε έτσι ο ρους της ιστορίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι το Βυζάντιο κατέρρευσε όχι την ημέρα που έπεσε η Κωνσταντινούπολη, αλλά πολύ νωρίτερα, ως αποτέλεσμα αφενός της πίεσης των Οθωμανών από την ανατολή, αλλά και της φθοράς που της προκαλούσαν τα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, με τις συνεχείς επιθέσεις εναντίον της. Καταλυτικές υπήρξαν στο πλαίσιο αυτό οι επιθέσεις των Ενετών εναντίον εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και άλλες εχθρικές πράξεις, όπως για παράδειγμα η «σταυροφορία» του 1204, η οποία αντί των Αγίων Τόπων κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη, την οποία οι «σταυροφόροι» εσύλησαν ολοκληρωτικά καταλύοντας την αυτοκρατορία. Αν και οι Βυζαντινοί μερικές δεκαετίες αργότερα ανακατέλαβαν την πρωτεύουσά τους, η καταστροφή ήταν τέτοια που δεν μπόρεσαν να συνέλθουν και να αντιμετωπίσουν την ορμή των Οθωμανών.

Για τους Έλληνες, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε μια εξαιρετικά σημαντική περίοδος. Μετά την κατάκτησή τους από τους Ρωμαίους και την παρακμή των αρχαίων ελληνικών πόλεων, οι Έλληνες, χάρις στην πολιτιστική τους ανωτερότητα, όχι μόνον απέφυγαν την αφομοίωση, αλλά κατάφεραν να αναδειχθούν σε κυρίαρχο στοιχείο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσάς της στην Κωνσταντινούπολη και την κατάληψη της Ρώμης από γερμανικά φύλα η «ελληνοποίηση» της Αυτοκρατορίας επιταχύνθηκε. Και η τάση αυτή δεν ανακόπηκε παρά την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, αφού οι νέες αξίες της χριστιανικής διδασκαλίας συνδυάσθηκαν αρμονικά με τις αρχές των ελλήνων φιλοσόφων δίνοντας νέα ώθηση στις επιστήμες και τις τέχνες.

Είναι επομένως λογικό οι Έλληνες να θεωρούν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως «δικό» τους δημιούργημα, ως παραλλαγή του πολυεθνικού «κράτους» που προσπάθησε και κατάφερε έστω και για λίγα χρόνια να δημιουργήσει ο Μ.Αλέξανδρος. Και είναι γι’αυτό που για τους Έλληνες η πτώση της Πόλης είναι ένα ιδιαίτερα θλιβερό γεγονός, αφού σήμανε το τέλος της δικής τους «αναγέννησης», την έναρξη της υποδούλωσής τους στους Οθωμανούς και την αποκοπή τους από τη Δύση για τέσσερις περίπου αιώνες.

Η ακμή και η παρακμή του Βυζαντίου μέχρι την πτώση της «Βασιλίδας των Πόλεων», η προσφορά των Βυζαντινών στις τέχνες και τις επιστήμες και ο εκπολιτιστικός του ρόλος στα Βαλκάνια και γενικότερα στην περιοχή του Βυζαντίου περιγράφονται με θαυμάσιο τρόπο από τον Διευθυντή του Κέντρου Βυζαντινών και Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Χιλής καθηγητή Miguel Castillo Didier, στο περυσινό αφιέρωμα της Πρεσβείας, που είναι πάντα διαθέσιμο στο τέλος της σελίδας αυτής.

Γι’αυτό η Πρεσβεία της Ελλάδας αφιερώνει την ιστορική σελίδα του μήνα αυτού σε έναν από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες της πρώιμης περιόδου του Βυζαντίου, τον Ιουστινιανό τον Α’.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το χρονικό διάστημα 518-610 χαρακτηρίζεται από ποικίλα και πολλαπλά επιτεύγματα σε όλους τους τομείς. Πρόκειται για μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες περιόδους από τις πηγές της εποχής, κυρίως σε ό, τι αφορά στις στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις, στον τομέα του δικαίου και στις εκκλησιαστικές υποθέσεις.

Η μορφή του Ιουστινιανού αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της όχι μόνο στον 6ο αιώνα αλλά και σε ολόκληρη τη Βυζαντινή περίοδο. Η προσπάθεια για την παλινόρθωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ένα από τα κυριότερα στοιχεία που καθόρισαν την εξωτερική πολιτική και την πορεία του κράτους. Παράλληλα, στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας η κωδικοποίηση του δικαίου, η αναδιοργάνωση στη διοίκηση και τη στρατιωτική διάρθρωση, αλλά και η ακμή στον τομέα της τέχνης, συνδέθηκαν άμεσα με την προσωπικότητα του Ιουστινιανού και αποτέλεσαν την απαρχή των μελλοντικών εξελίξεων του βυζαντινού κράτους.

ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ Α’

Ο Ιουστινιανός γεννήθηκε το 482 από ταπεινή οικογένεια. Το 521 ανέλαβε το αξίωμα του υπάτου, πράγμα που τον βοήθησε να αποκτήσει κύρος και δύναμη μέσα στους κύκλους της Πρωτεύουσας. Αργότερα έγινε ανώτατος αξιωματικός της αυτοκρατορικής φρουράς. Το 527 ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας και την ίδια χρονιά, με το θάνατο του Ιουστίνου, απέμεινε μονοκράτορας. Κυβέρνησε μέχρι τον θάνατό του το 565.

Στη φυσική αντοχή και τον ολιγόωρο ύπνο οφείλει τον χαρακτηρισμό "ο ακοίμητος βασιλιάς" στην επιγραφή του ναού των Αγίων Σέργιου και Βάκχου στην Kωνσταντινούπολη. Ήταν άτομο αυταρχικό, με μεγάλη επιμονή στην επίτευξη των σκοπών του, ιδιαίτερα δραστήριο και εργατικό, με καλούς τρόπους, αλλά και αρκετά δύσπιστος.

Το πορτρέτο του αυτοκράτορα έχει σωθεί στον ψηφιδωτό διάκοσμο του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα (Ιταλία) καθώς και σε νομίσματα της εποχής. Το όνειρό του ήταν η παλιννόρθωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και η επικράτηση της Ορθοδοξίας. Πολλοί ωστόσο ήταν εκείνοι που άσκησαν αρνητική κριτική στο έργο του σε ό,τι αφορά κυρίως την οικονομία του κράτους, καθώς θεώρησαν ότι οι μακροχρόνιοι πόλεμοι, όπως και αρκετά από τα μεγαλεπήβολα έργα του κόστισαν υπέρογκα χρηματικά ποσά, εξασθενώντας το κράτος και αφήνοντας απροστάτευτο το ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας. Παρόλα αυτά η αναδιοργάνωση του κράτους, το νομοθετικό του έργο όσο και η ακμή στις τέχνες και τα γράμματα χαρακτηρίζουν τα τριάντα οκτώ χρόνια δημιουργικής βασιλείας του Ιουστινιανού.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΑ

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού σημαδεύθηκαν από αιματηρά γεγονότα, που έχουν μείνει γνωστά στην ιστορία ως η «Στάση του Νίκα». Το 532 η δυσφορία που είχαν προκαλέσει οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις και η βαριά φορολογία, καθώς και οι αυθαιρεσίες ορισμένων αξιωματούχων εκφράστηκαν στον Ιππόδρομο. Τα συνθήματα εναντίον του αυτοκράτορα και οι συμπλοκές που ακολούθησαν είχαν σαν αποτέλεσμα τη σύλληψη και τον απαγχονισμό ορισμένων δημοτών. Δύο από αυτούς αναζήτησαν άσυλο σε μια εκκλησία. Όταν λίγες ημέρες μετά έγιναν οι αγώνες στον Ιππόδρομο, ο λαός αξίωσε την αθώωση των δύο ανδρών. Η άρνηση του Ιουστινιανού προκάλεσε την αντίδρασή τους, που εκδηλώθηκε όχι μόνο με συνθήματα κατά του αυτοκράτορα, αλλά και με πυρπόληση κτηρίων της Πρωτεύουσας, ανάμεσα στα οποία και η Αγία Σοφία. Το σύνθημα που τους εμψύχωνε ήταν "Νίκα", σύνθημα που συνήθως φώναζαν στον ιππόδρομο.

Επαναστατημένοι πολίτες μετέφεραν τον Υπάτιο, ανηψιό του Αναστάσιου, στον Ιππόδρομο και τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, όμως την απόφασή του ανέτρεψε η σύζυγός του, Θεοδώρα, με τη δυναμική παρέμβαση και το λόγο της. Ακολούθησε η καταστολή της στάσης με χιλιάδες θύματα, ο δε Υπάτιος εκτελέστηκε. Η καταστολή της σήμανε την ενίσχυση της εξουσίας και της δύναμης του Ιουστινιανού.

ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ

Από τα κεφαλαιώδη επιτεύγματα της περιόδου Ιουστινιανού ήταν το νομοθετικό του έργο. Η κοινωνική δικαιοσύνη, η βελτίωση της θέσης των αδυνάτων, των πτωχών και των γυναικών που διαπνέει το έργο του Ιουστινιανού φανερώνουν την επίδραση του Χριστιανισμού. Επικεφαλής της ομάδας των νομομαθών που ανέλαβε να κωδικοποιήσει το δίκαιο της εποχής ήταν ο Τριβωνιανός. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία κώδικα του αστικού δικαίου, του "Corpus Juris Civilis", το οποίο αποτελούνταν από τέσσερα τμήματα: τον "Ιουστινιάνειο Κώδικα", τον "Πανδέκτη", τις "Εισηγήσεις" και τις "Νεαρές". Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ όλα ήταν γραμμένα στα λατινικά, οι "Νεαρές" ήταν γραμμένες στο μεγαλύτερο μέρος τους στα ελληνικά για να γίνονται κατανοητές από την πλειοψηφία του λαού, γεγονός που αποδεικνύει τη σταδιακή επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήδη κατά τον 6ο αιώνα.

Η σημασία της ιουστινιάνειας νομοθεσίας ήταν τεράστια για την εξέλιξη του δικαίου. Αποτέλεσε τη βάση για όλες τις μετέπειτα εξελίξεις τόσο στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία όσο και σε πολλά δυτικά ευρωπαϊκά κράτη που υιοθέτησαν τους νόμους του Ιουστινιανού ως βάση για το αστικό τους δίκαιο.

Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ένας από τους κυριότερους στόχους του Ιουστινιανού ήταν η αποκατάσταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο αυτοκράτορας ήταν υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τους μακροχρόνιους εχθρούς στα ανατολικά σύνορα, αλλά και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στα βόρεια της αυτοκρατορίας. Για να διασφαλίσει τα ανατολικά σύνορά του, ύστερα από τέσσερα χρόνια ένοπλων αγώνων, έκλεισε το 532 ειρήνη με τους Πέρσες με δυσμενείς όρους για το Βυζάντιο. Ωστόσο, η ενασχόληση του βυζαντινού στρατού στη Δύση είχε ως αποτέλεσμα την καταπάτηση της ειρήνης και τη λεηλασία πολλών περιοχών της Ανατολής. Όταν καταστράφηκε η Αντιόχεια, ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να ζητήσει ανακωχή. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες πολεμικές επιχειρήσεις και μακροχρόνιοι αγώνες, με αποτέλεσμα τη σύναψη ειρήνης για πενήντα χρόνια, το 561. Οι Πέρσες άφησαν στους Βυζαντινούς τη Λαζική στον Εύξεινο Πόντο και οι Βυζαντινοί υποχρεούνταν να πληρώνουν ως χορηγία το τεράστιο ποσό των 30.000 χρυσών νομισμάτων ετήσια. Παράλληλα υπήρχε θρησκευτική ελευθερία στους χριστιανούς που ζούσαν σε περσικό έδαφος υπό τον όρο να εγκαταλείψουν κάθε θρησκευτική προπαγάνδα.

O δεύτερος σημαντικός κίνδυνος για την αυτοκρατορία βρισκόταν στα βόρεια σύνορά της. Εκεί συνωστίζονταν γερμανικά φύλα, όπως οι Έρουλοι, οι Λογγοβάρδοι και οι Γήπαιδες, αλλά και οι Σλάβοι και οι Ούννοι. Με τους πρώτους ο Ιουστινιανός κατόρθωσε να συνάψει ειρήνη. Ωστόσο, η απουσία στρατού από την περιοχή του Δούναβη έδωσε την ευκαιρία στους Ούννους και τους Σλάβους να πραγματοποιήσουν μεγάλες λεηλασίες στις βαλκανικές περιοχές, φτάνοντας μέχρι την Πελοπόννησο. Οι επιδρομές είχαν εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα σε ορισμένες περιοχές, καθώς αυτές εξαντλούνταν οικονομικά και υφίσταντο σημαντική πληθυσμιακή αφαίμαξη.

Ο Ιουστινιανός, επιδίωξε, εξάλλου, να ανακτήσει τις ρωμαϊκές περιοχές στην ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική. Ο στρατηγός Βελισάριος με λιγότερες αριθμητικά δυνάμεις κατάφερε μέσα σε ένα χρόνο (533) να συντρίψει το κράτος τους Bάνδαλους. Η περιοχή της βορείου Αφρικής από την Καρχηδόνα μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες, όπως και η Κορσική, η Σαρδηνία και οι Βαλεαρίδες νήσοι, που ήταν βανδαλικές κτήσεις, πέρασαν στην κυριαρχία των Βυζαντινών. Στη συνέχεια στράφηκε προς την ανάκτηση της Ιταλίας. Ο πόλεμος με τους Οστρογότθους βρήκε νικητές τους Βυζαντινούς, αλλά την Ιταλία αποδιοργανωμένη και γεμάτη ερείπια. Ο Βελισάριος αποβιβάστηκε το 534 στη Σικελία και ύστερα από πολεμικές επιχειρήσεις έξι ετών κατόρθωσε να καταλάβει την Ιταλία μέχρι τη Ραβέννα και να υποτάξει τους Οστρογότθους, συλλαμβάνοντας το βασιλιά τους, Ουίτιγι, το 540.
Στο μεταξύ όμως επαναστάτησαν οι Γότθοι, επωφελούμενοι από την απουσία του Βελισάριου, καθώς και τις νέες εχθροπραξίες ανάμεσα στους Πέρσες και τους Βυζαντινούς. Ανακηρύσσοντας βασιλιά τον Τωτίλα σημείωσαν αρχικά αρκετές επιτυχίες. Το Βυζάντιο, με νέο αρχηγό του στρατού τον Ναρσή, συγκρούστηκε επανειλημμένα με το στρατό των Γότθων και τους νίκησε οριστικά το 554. Στη συνέχεια ο Ιουστινιανός πραγματοποίησε και τον τελευταίο του στόχο, δηλ. την ανάκτηση του νότιου τμήματος της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Βησιγότθους, προκειμένου να ελέγχει τη δυτική είσοδο στη Μεσόγειο.

Ένα μεγάλο μέρος του παλιού ρωμαϊκού κράτους είχε ήδη γίνει και πάλι μέρος της αυτοκρατορίας, εκπληρώνοντας σε μεγάλο βαθμό το όραμα του Ιουστινιανού για την παλινόρθωση του Imperium Romanum. Ωστόσο αυτό είχε αρκετές αρνητικές συνέπειες τόσο για τις περιοχές που υποτάχτηκαν όσο και για το Βυζάντιο. Oι πρώτες υπέστησαν σημαντικές ζημιές και μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαθλιώθηκε, ενώ το Βυζάντιο, όντας απορροφημένο στη Δύση, υπέστη σημαντικές απώλειες στην Ανατολή και αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Πάνω στον πρώτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, όπου βρισκόταν το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της αυτοκρατορίας, δεσπόζει με τη μεγαλοπρέπειά της η Αγία Σοφία, το τελειότερο δημιούργημα της βυζαντινής ναοδομίας και ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής. Όλοι οι σημαντικοί αυτοκράτορες της πρώιμης βυζαντινής περιόδου έχουν συνδέσει το όνομά τους με την ιστορία του μνημείου.

Ο πρώτος ναός, αφιερωμένος στη Σοφία του Θεού, κτίστηκε στη θέση αυτή από το Μεγάλο Κωνσταντίνο, αλλά πολύ σύντομα, το 404, καταστράφηκε από φωτιά. Aνοικοδομήθηκε από τον Θεοδόσιο Β' το 415 για να καεί ολοκληρωτικά στη Στάση του Nίκα το 532. Τον ίδιο χρόνο άρχισε να κτίζεται εκ νέου σύμφωνα με ένα φιλόδοξο αρχιτεκτονικό σχέδιο που εμπνεύστηκαν οι δύο αρχιτέκτονες που είχε επιλέξει ο Ιουστινιανός, ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας παρακολουθούσε τις εργασίες ανοικοδόμησης του ναού που διήρκεσαν πέντε χρόνια.

H ιδιαιτερότητα του μνημείου βρίσκεται στο πρωτότυπο αρχιτεκτονικό σχέδιο, το οποίο αποτελεί μια ευφυή σύλληψη για τη δημιουργία ενός τεραστίων διαστάσεων κτίσματος, που όμως διατηρεί την αρμονία και ισορροπία των όγκων του. Mερικά μεγέθη είναι αρκετά για να δώσουν μία εικόνα των διαστάσεων της Αγίας Σοφίας: η απόσταση από την είσοδο του κυρίως ναού μέχρι την αψίδα είναι περίπου 80 μέτρα και το ύψος του κτηρίου μέχρι την κορυφή του τρούλου 62 μέτρα. Πρωτοτυπία του σχεδιασμού, αλλά και σημαντικό επίτευγμα υπήρξε η στέγαση του ναού με έναν πελώριο τρούλο, ύψους 13,8 και διαμέτρου 32 μέτρων, ο οποίος στηρίζεται ανατολικά και δυτικά σε δύο τεταρτοσφαίρια- δηλαδή σε δύο θολωτές κατασκευές σχήματος ενός τετάρτου σφαίρας- και σε δύο μεγάλα τόξα στη βόρεια και νότια πλευρά. Στη βάση του ανοίγονται 40 παράθυρα δημιουργώντας την εντύπωση πως δεν αποτελεί τμήμα του κτηρίου, αλλά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Προκόπιος, πως αιωρείται σαν χρυσή σφαίρα από τον ουρανό.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

519: 'Αρση "Aκακιανού Σχίσματος" από τον Ιουστινιανό, αποκατάσταση κοινωνίας Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας.
526: Θάνατος του βασιλιά των Οστρογότθων, Θεοδώριχου και ενταφιασμός του στο περίφημο λιθόκτιστο μαυσωλείο του στη Ραβέννα.
527: Ο Ιουστινιανός Α' γίνεται αυτοκράτορας. Σχέδιο ανάκτησης του δυτικού ρωμαϊκού κράτους και αποκατάστασης μιας οικουμενικής χριστιανικής αυτοκρατορίας.
527-536: Κτίσιμο του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη, του οποίου το αρχιτεκτονικό σχέδιο υπήρξε πρόδρομος αυτού των πρωτοβυζαντινών εκκλησιών.
529: Έκδοση του νομοθετικού έργου του Ιουστινιανού "Codex Justinianus".
532: "Αιώνια" ειρήνη με τους Πέρσες, που υπογράφουν οι Ιουστινιανός και Χοσρόης Α'.
532: Στάση του Νίκα στην Κωνσταντινούπολη.
532: Aνοικοδόμηση της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη, που καταστράφηκε κατά τη Στάση του Νίκα.
532-537: Κτίσιμο της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, εξαιρετικού και πρωτοποριακού έργου τέχνης και πολιτισμού.
533: Έκδοση του νομοθετικού έργου του Ιουστινιανού "Digesta".
533: Ηγεμονία των Φράγκων στη Δύση. O πάπας Bενέδικτος Α' επικυρώνει τις αποφάσεις της E' Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης. Έκδοση των νομοθετικών έργων του Ιουστινιανού "Institutes" και "Novellae".
533-534: Επανάκτηση της Αφρικής από τους Βυζαντινούς.
534: Oι Σλάβοι καταστρέφουν με επιδρομές τη Μυσία και τη Θράκη.
535-555: Επανάκτηση της Ιταλίας από τους Βυζαντινούς και μερική ανάκτηση της Ισπανίας.
540: O Xοσρόης A' καταλύει τη συμφωνία ειρήνης του 532, εισβάλλοντας στη Συρία, την Αρμενία, την Ιβηρία και τη Λαζική.
541: Κτίσιμο μονής Αγίου Συμεών Νέου του Στυλίτη κοντά στην Αντιόχεια.
547: Κτίσιμο εκκλησίας Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα.
548-565: Κτίσιμο μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά από τον Ιουστινιανό μετά το θάνατο της συζύγου του Θεοδώρας.
550: Aνέγερση της Βασιλικής "Β" στους Φιλίππους με πρότυπα την Αγία Σοφία και την Αγία Ειρήνη της Κωνσταντινούπολης.
553: B' Oικουμενική Σύνοδος Κωνσταντινούπολης, καταδίκη "Τριών Κεφαλαίων" των Νεστοριανών.
558: Προώθηση των Βουλγάρων και των Σλάβων μέχρι την άκρη της χερσονήσου της Θράκης (Καλλίπολη).
560-570: Νέες σλαβικές επιδρομές κατά του βυζαντινού κράτους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Barker, J., Justinian and the Later Roman Empire, Madison, Wisconsin, 1966.
• Browning, R., Justinian and Theodora, Λονδίνο, 1987.
• Bury, J. B., The Later Roman Empire from the Death of Theodosius I to the Death of Justinian, Λονδίνο, 1923.
• Cameron, A., The Mediterranean World in Late Antiquity A.D. 395-600, Λονδίνο και Ν.Υόρκη, 1993.
• Cameron, A., Procopius and the Sixth Century, Λονδίνο, 1985.
• Evans, J. A. S., The age of Justinian, Λονδίνο και Ν.Υόρκη, 1996.
• Grant, M., From Rome to Byzantium. The fifth century AD, Λονδίνο και Ν.Υόρκη, 1998.
• Iστορία του Eλληνικού Έθνους, τ. Z', Aθήνα, 1978.
• Καραγιαννόπουλος, Ι., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. 1 (323-565), τ. 2 (565-1081), Θεσσαλονίκη, 1978, 1981.
• Καραγιαννόπουλος, Ι., Το βυζαντινό κράτος, Θεσσαλονίκη, 1996.
• Καραγιαννόπουλος, Ι. Ε., H Bυζαντινή Iστορία από τις πηγές, Θεσσαλονίκη, 1996
• Lieu, S. N. C. and Montserrat, D. (eds), From Constantine to Julian: Pagan and Byzantine Views. A Source History, Λονδίνο και Ν.Υόρκη, 1996.
• MacMullen, M., Constantine, Λονδίνο - Ν.Υόρκη –Σύδνεϋ, 1987.
• Μαλιγκούδης, Φ., Σλάβοι στη Mεσαιωνική Eλλάδα, τ. 2, Θεσσαλονίκη 1991.
• Ostrogorsky, G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. A', Αθήνα, 1978.
• Rubin, B., Das Zeitalter Justinians, Bd. 1, Βερολίνο, 1960.
• Sevcenko, I., Byzantium and the Slavs in Letters and Culture, Cambridge, 1991.
• Treadgold, W., A History of the Byzantine State and Society, Stanford, California, 1997.
• Χριστοφιλοπούλου, Aι., Εκλογή, αναγόρευσις και στέψις του Βυζαντινού αυτοκράτορος, Αθήνα, 1956.
• Χριστοφιλοπούλου, Aι., Bυζαντινή Iστορία, τ. A' (324-610), Αθήνα, 1986.
• Vogt, J., Konstantin der Grosse und sein Jahrhundert, Μόναχο,1960.

 

Τα περισσότερα από τα στοιχεία του αφιερώματος αυτού είναι βασισμένα στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού (Ι.Μ.Ε.) www.ime.gr.

 

Προηγούμενα αφιερώματα

Κωνσταντίνος Καβάφης (Μάιος)
551 χρόνια από την πτώση της Κωνσταντινούπολης (Ιούνιος)
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Ιούλιος)
Οδυσσέας Ελύτης (Αύγουστος)
Μαρία Κάλλας (Οκτώβριος)
Η Επέτειος του ‘’ΟΧΙ’’ (Νοέμβριος)
Μάνος Χατζιδάκης (Δεκέμβριος)
Μίκης Θεοδωράκης (Ιανουάριος)