|
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911), αποτελεί μια ξεχωριστή
μορφή στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όπως και ο ποιητής
Καβάφης, ο εν λόγω πεζογράφος δεν δημοσίευσε κανένα βιβλίο εν ζωή.
Ωστόσο, ενενήντα και πλέον χρόνια μετά το θάνατό του, κατέχει ξεχωριστή
και καινοφανή θέση στη λογοτεχνία και τον πολιτισμό της πατρίδας
του και το έργο του, με τις πολυάριθμες μεταφράσεις και επανεκδόσεις
είναι ευρέως διαδεδομένο ανά τον κόσμο. Όσο ζούσε, τα διηγήματα
και οι νουβέλες του δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά.
Πιστεύουμε ότι δίκαια θεωρείται ο Ντοστογιέφσκι ή ο Ντίκενς της
νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η σύντομη ζωή του υπήρξε σκληρή και η
φτώχεια δεν τον εγκατέλειψε μέχρι το θάνατο. Στο έργο του περιγράφει
τη ζωή των φτωχών, των χηρών, των ορφανών, των αυτοεξόριστων λόγω
της φτώχειας καθώς και τη ζωή των φτωχών γυναικών του δέκατου ένατου
αιώνα, που ζούσαν κάτω από την τυραννία, αρχικά του πατέρα, έπειτα
του συζύγου και αργότερα των παιδιών και πάντα κάτω από τη μιζέρια.
Περιέγραψε δε αυτόν τον κόσμο με αγάπη για τον συνάνθρωπο, για τη
φύση, για τη ζωή του λαού στην Ελλάδα και ιδιαίτερα για τη ζωή στα
νησιά. Προσπάθησε να δείξει την αντανάκλαση των μυστηρίων της ψυχής
και του ανθρώπινου πόνου και να τα ξεδιαλύνει. Γι αυτό, το έργο
του, πιάνοντας ρίζες στο νησί του, απέκτησε στη συνέχεια παγκόσμια
σημασία.
Το κυριότερο έργο του Παπαδιαμάντη είναι αναμφισβήτητα η νουβέλα
“ Η φόνισσα”. Πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα, που το περιεχόμενό
του “έχει την μεγαλειώδη απλότητα της αρχαίας τραγωδίας”, προκαλεί
έντονες συγκινήσεις και η τραγική του ομορφιά βάζει σε σκέψεις.
Η πρωταγωνίστρια, η γριά Φραγκογιανού και το πάθος της να σώσει
τα μικρά κορίτσια από μια σκληρότατη ζωή, όπως αυτή που έζησε η
ίδια, δεν ξεχνιούνται εύκολα. Η μαγεία της ποίησης του Παπαδιαμάντη
και το καλοσυνάτο βλέμμα του προς την ανθρώπινη αδυναμία, φωτίζουν
τα άλλα διηγήματα και τις νουβέλες του, αλλά στην “φόνισσα” η έντασή
τους μάλλον φτάνει στο αποκορύφωμά της.
Η τρομερή σύγκρουση ανάμεσα στην πεποίθηση ότι εκτελεί ένα αξιόλογο
έργο και στην εξοργιστική τιμωρία της κοινωνίας και της θρησκείας
δεν επιλύεται στην “Φόνισσα”. Η Φραγκογιανού, καταδιωγμένη, προσπαθεί
να βρει καταφύγιο σε ένα ιερό χώρο και εισδύει στον στενόμακρο κόλπο
που τον περιστοιχίζει, όταν η παλίρροια ανεβαίνει. Βρίσκεται μερικά
βήματα από τον Άγιο Σώστη: “Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση, εγονάτισεν.
Εις το στόμα της εισήρχετο το αλμυρόν και πιχρόν ύδωρ. Τα κύματα
εφούσκωναν αγρίως, ως να είχαν πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρες και
τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα της Φραγκογιαννούς αντίκρυσε
το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει
ως προίκα ένα αγρόν, όταν, νεανίδα, την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν,
και την έκαμαν νύφην οι γονείς της.
“Ω να το προικιό μου!
Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον
θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα
τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου
μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης…”.
Miguel Castillo Didier
Προηγούμενα αφιερώματα
Οδυσσέας Ελύτης (Αύγουστος)
Μαρία Κάλλας (Οκτώβριος)
Η Επέτειος του ‘’ΟΧΙ’’ (Νοέμβριος)
Μάνος Χατζιδάκης (Δεκέμβριος)
Μίκης Θεοδωράκης (Ιανουάριος)
|