|
Η
Μαρία Κάλλας πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, σε ηλικία 53 ετών.
Κατ’ αυτό τον τρόπο κλείνει ο κύκλος της ζωής της πλέον εξαίρετης
τραγουδίστριας του 20ού αιώνα και ίσως της ιστορίας της φωνητικής
τέχνης των τριών τελευταίων αιώνων.
Γεννημένη στις ΗΠΑ από Έλληνες γονείς,
η Μαρία άρχισε τη μουσική της εκπαίδευση με τη διάσημη ελληνίδα
τραγουδίστρια και μαέστρο Μαρία Τριβέλα, από το 1937 μέχρι και το
1939 και στη συνέχεια με την Ελβίρα Ιδάλγο, φημισμένη ισπανίδα σοπράνο,
που είχε έλθει στην Ελλάδα το 1932. Η καριέρα της νεαρής καλλιτέχνιδας
αρχίζει το 1940, στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας και σημειώνει συνεχή
άνοδο. Όταν το 1945 η Μαρία φεύγει από την Ελλάδα, η κύρια πλευρά
του χαρακτήρα της έχει ωριμάσει και έχει τραγουδήσει με μεγάλη επιτυχία
το πλέον σημαντικό μέρος του ρεπερτορίου της. Οι εμφανίσεις της
κατά τα επόμενα χρόνια, αρχικά στην Ιταλία και κατόπιν στις διάφορες
χώρες της Ευρώπης και της υφηλίου και μεταξύ αυτών και της πατρίδας
της, της Ελλάδας, την καθιερώνουν οριστικά. Η φωνή, η απόδοση και
η εμφάνισή της ηλεκτρίζουν κάθε είδους κοινό.
Το
μυστικό της μαγείας της πηγάζει από την ικανότητά της « να μεταφέρει
στο μουσικό πλάνο τον πόνο του προσώπου που υποδύεται, τη νοσταλγική
επιθυμία μιας χαμένης ευτυχίας, την αγωνιώδη αμφιβολία ανάμεσα στην
ελπίδα και απελπισία, ανάμεσα στην υπερηφάνεια και την ικεσία, ανάμεσα
στην ειρωνεία και τη μεγαλοψυχία. Τα πλέον αντίθετα και ποικίλα
συναισθήματα, οι σκληρές παραπλανήσεις, οι φιλοδοξίες, η παθιασμένη
τρυφερότητα, οι πλέον ακριβές θυσίες, όλα τα βάσανα της ψυχής, αποκτούν
με το τραγούδι της μια μυστηριώδη αλήθεια». O μαέστρος Ρενέ Λέιμποβιτζ
έγραψε: « Μοναδική ανάμεσα στις σοπράνο, η φήμη της θαυμαστής καλλιτέχνιδας
έχει υπερβεί τα φυσιολογικά όρια της φήμης των μεγαλύτερων και των
πλέον φημισμένων καλλιτεχνών».
Με
τον τρόπο ερμηνείας της διαμόρφωσε την παραδοσιακή σκηνή της όπερας
και την διεύρυνε ερμηνεύοντας έργα όπως το «Άνα Μπολένα» του Ντονιζέττι,
«Πειρατής» του Μπελλίνι, «Μήδεια» του Τσερουμπίνι, «Ορφέας και Ευριδίκη»
του Χάυδν και άλλα, ενώ συγχρόνως αναδημιουργούσε με τρόπο αξέχαστο
και ίσως αμίμητο, πρόσωπα όπως Νόρμα, Αμίντα και Λουσία. Χωρίς να
μειώσει τη κύρος του φωνητικού στυλ, εμβάθυνε τα λόγια και τη μουσική
και δραματοποίησε σε βάθος την απόδοση των έργων. Γι’αυτό έδινε
στα πρόσωπα ένα τραγικό αιφνιδιαστικό ανάστημα που εντυπωσίαζε βαθιά
όσους την άκουγαν να τραγουδάει. Όπως έγραψε ο Μονσερά Καμπαγιέ,
ή Μαρία Κάλλας μας άνοιξε μια πόρτα, μια πόρτα που ήταν κλειστή.
Πίσω απ’ αυτή κοιμόταν όχι μόνο μουσική, αλλά και μεγαλεπήβολες
ιδέες ερμηνείας. Μας έδωσε την ευκαιρία να κάνουμε πράγματα που
θα ήταν αδύνατο να γίνουν πριν απ’ αυτή.
Miguel Castillo Didier
Προηγούμενα αφιερώματα
Η Επέτειος του ‘’ΟΧΙ’’ (Νοέμβριος)
Μάνος Χατζιδάκης (Δεκέμβριος)
Μίκης Θεοδωράκης (Ιανουάριος)
|